ρύσιος

-ον, Α [ῥῡσις]
1. αυτός που σώζει, που απολυτρώνει, που απελευθερώνει
2. το ουδ. ως ουσ. τὸ ῥύσιον α) ευχαριστήρια θυσία προς τους θεούς για σωτηρία από νόσο ή από κίνδυνο («ὠδίνων ῥύσια», Ανθ. Παλ.)
β) (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τὰ ῥύσια
σωτηρία, απολύτρωση, απελευθέρωση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥύσιος — delivering masc/fem nom sg ῥύσις flow fem gen sg (epic doric ionic aeolic) ῥύ̱σιος , ῥῦσις deliverance fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Διαμαντής, Ρύσιος — (Αρετσού ή Ρύσιον Χαλκηδόνας 1670; – Σμύρνη 1746). Λόγιος και δάσκαλος. Σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, της οποίας αργότερα διορίστηκε δάσκαλος (1700 3). Δίδαξε επίσης επί δύο χρόνια στην Κρήτη και κατόπιν στη Χίο (έως το 1712 τουλάχιστον)… …   Dictionary of Greek

  • ῥύσιε — ῥύσιος delivering masc/fem voc sg ῥύσις flow fem nom/voc/acc dual (epic doric ionic aeolic) ῥύ̱σιε , ῥῦσις deliverance fem nom/voc/acc dual (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύσι' — ῥύ̱σια , ῥύσιον surety neut nom/voc/acc pl ῥύσια , ῥύσιος delivering neut nom/voc/acc pl ῥύσιε , ῥύσιος delivering masc/fem voc sg ῥύσιι , ῥύσις flow fem dat sg (epic doric ionic aeolic) ῥύσιε , ῥύσις flow fem nom/voc/acc dual (epic doric ionic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥύσιον — ῥύ̱σιον , ῥύσιον surety neut nom/voc/acc sg ῥύσιος delivering masc/fem acc sg ῥύσιος delivering neut nom/voc/acc sg ῥυσάω imperf ind act 3rd pl (epic doric ionic) ῥυσάω imperf ind act 1st sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερύω — (I) ἐρύω, ιων. τ. εἰρύω, δωρ. τ. Fερύω (Α) 1. τραβώ, σύρω στο έδαφος, γενικά με την έννοια τής ορμής και σφοδρότητας («νῆα ἐρύσσομεν ἤπειρόνδε» θα σύρουμε το πλοίο στην ξηρά, Ομ. Οδ.) 2. σύρω κάποιον διά τής βίας («ἐρυσαν τέ μιν εἴσω κουρίξ» τόν… …   Dictionary of Greek

  • ρυσία — ἡ, Α (κατά τον Φωτ.) «ἡ τῶν τόξων τάσις». [ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. τού θηλ. ενός αμάρτυρου επιθ. *ῥύσιος (< ἐρύω [Ι] «σύρω, τραβώ»), πρβλ. ῥύσιον] …   Dictionary of Greek

  • ρυτήρ — (I) ῆρος, ὁ, Α βλ. ρυτήρας. (II) ῆρος, ὁ, θηλ. ῥύτειρα και (ῥυστήρ, ῆρος, Α αυτός που σώζει, λυτρωτής, σωτήρας, απελευθερωτής. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ῥῡ τού ἐρυω (ΙΙ) «προστατεύω» (πρβλ. ῥύσιος, ῥῦσις) + επίθημα τήρ (πρβλ. πυρσευ τήρ). Ο τ. ῥυστήρ… …   Dictionary of Greek

  • ρύση — η / ῥύσις, εως, ΝΜΑ, και ῥύησις Μ, και δωρ. τ. ῥύτις και ιων. τ. γεν. ῥύσιος, Α η ρεύση, η ροή ενός υγρού («ἐκ ῥινῶν αἵματος ῥύσιες», Ιπποκρ.) νεοελλ. φρ. «έμμηνη ρύση» ιατρ. η εμμηνόροια, η περίοδος τών γυναικών αρχ. 1. η εκροή τού λαδιού και… …   Dictionary of Greek

  • ῥυσίοις — ῥῡσίοις , ῥύσιον surety neut dat pl ῥύσιος delivering masc/fem/neut dat pl ῥυσάω pres opt act 2nd sg (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.